Όνειρα και Επαναστάσεις
Ειρήνη Τριανταφύλλου
http://sfyraki.blogspot.com/2008/10/blog-post_17.html

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Επαμεινώνδας Κορκονέας: Το δράμα από την άλλη μεριά



(Διαβάστε το. Δεν χρειάζεται να είσαι ο συνήγορος του διαβόλου για να μπορείς να διακρίνεις και την απέναντι, και όχι αντίπαλη πλευρά.)

Ποιός είναι πραγματικά ο αστυνομικός Επαμεινώνδας Κορκονέας; Ο ειδικός φρουρός που στα 37 του θα μείνει στην ιστορία σαν ο ένστολος Ράμπο που με έναν πυροβολισμό έβαλε μπουρλότο σε όλη την Ελλάδα. Το όνομά του από το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου γράφεται δίπλα σε ονόματα άλλων συναδέλφων του που πάτησαν τη σκανδάλη του υπηρεσιακού όπλου τους και αφαίρεσαν ανθρώπινη ζωή.Ακολουθεί εκτεταμένο άρθρο της εφημερίδας Espresso

Πίσω από τη μαύρη γραμμή που άφησε η πυρίτιδα στο χώμα στέκονται και άλλα ονόματα παλικαράδων της ΕΛ.ΑΣ., που έκλεισαν σπίτια συνανθρώπων τους αλλά και το δικό τους. Ο Νίκος Σταθόπουλος που σκότωσε την Αμερικανίδα τουρίστρια, ο Θανάσης Μελίστας που εκτέλεσε τον Μιχάλη Καλτεζά, ο Ευάγγελος Λαγογιάννης που τρύπησε με τέσσερις σφαίρες το σώμα ενός 28χρονου μουσικού, ο Θοδωρής Χαλουλάκος που άφησε παράλυτο τον 18χρονο τότε μαθητή Σωτήρη Κατσιώτη. Κι άλλα πολλά μπουμπούκια που έκλεισαν σπίτια και άφησαν πίσω χαροκαμένες μάνες που ακόμη θρηνούν τα παιδιά τους στα νεκροταφεία. Ολοι τους ήταν αυτό που λέμε λαϊκά παιδιά. Βουνίσιοι, φανατικοί, αναθρεμμένοι με τα ιδεώδη του τρίπτυχου πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, που η ιδεολογική διαστροφή του επέφερε πολλές φορές μυριάδες δεινά στον τόπο. Γιατί άλλο το κυνήγι του κοινού ή οργανωμένου εγκλήματος κι άλλο η υπέρβαση των στοιχειωδών κανόνων των ορίων της νόμιμης άμυνας.

Ο Κορκονέας γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στην πόλη της Καλαμάτας πριν από 37 χρόνια. Ο πατέρας του, επιπλοποιός στο επάγγελμα, σήμερα είναι υπέργηρος και ζει από μια μικρή σύνταξη και λίγα εισοδήματα που έχει από πολύχρονη προσωπική εργασία. Ο Νώντας, παιδί μικροααστικής οικογένειας, με ρίζες από το ιστορικό χωριό Σταυροπήγιο Μεσσηνίας, κοντά στον πύργο του Καπετανάκη που στα χρόνια της τουρκοκρατίας λειτουργούσε ως παρατηρητήριο και προπύργιο στη επανάσταση των αδούλωτων Μανιατών που έδωσαν αγώνα ζωής και ελευθερίας στη μάχη της Βέργας, ξέρει καλά την ιστορία του τόπου του και τις ρίζες της φαμίλιας του. Από μικρό παιδί δούλευε σαν το σκυλί στο επιπλοποιείο του πατέρα του και σε άλλες δουλειές για να εξασφαλίσει το μεροκάματο.

Μέσα στο σπίτι του όμως υπήρχαν ανοιχτές πληγές που τον τραυμάτιζαν κάθε στιγμή. Οι δύο αδελφές του (η μία πέθανε πριν από τρία χρόνια) είχαν γεννηθεί με σύνδρομο νοητικής στέρησης. Η δεύτερη αδελφή του νοσηλεύεται σε κλινική ανιάτων στην Καλαμάτα. Ο Νώντας με χρήματα από τον προσωπικό του μισθό βοηθούσε όπως μπορούσε για να πληρώνονται τα νοσήλια, αφού οι γονείς του είναι τώρα συνταξιούχοι, με τη μάνα του να δουλεύει για χρόνια ως εργάτρια στις φάμπρικες της βιομηχανικής ζώνης της Καλαμάτας.

Παιδί άκαμπτο, ο Επαμεινώνδας αποφάσισε το 1992, σε ηλικία 21 ετών, να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία στις ειδικές δυνάμεις και στην περήφανη σχολή των αλεξιπτωτιστών. Το 1999 εισάγεται στη Σχολή Αστυφυλάκων του Μεσολογγίου αφού αντιλαμβάνεται ότι είναι στην πάστα του να γίνει τιμωρός του εγκλήματος για να βοηθήσει την πατρίδα και ταυτόχρονα να φύγει από το μόνιμο άγχος της περιστασιακής δουλειάς και από το άχθος του μεροκάματου. Από την 1η Ιανουαρίου 2000 ο Νώντας Κορκονέας υπηρετεί αδιαλείπτως στο Αστυνομικό Τμήμα Εξαρχείων. Οι συνάδελφοί του βλέπουν ότι είναι ο τύπος που δεν μασάει στα δύσκολα και μπαίνει στη φωτιά.

Με τεράστια εμπειρία στον χώρο του κέντρου της πόλης, αποφασίζεται η τοποθέτησή του στα περιπολικά. Δεν διαψεύδει αυτούς που το αποφασίζουν και ειδικά τον διοικητή του Βάιο Μπαρμπαρούση, τον πρώην επικεφαλής του Τμήματος Εξαρχείων, ο οποίος αντικαταστάθηκε μετά το τραγικό συμβάν της νύχτας της 6ης Δεκεμβρίου από τον αστυνόμο Γιάννη Κολιό, μάχιμο αξιωματικό με προϋπηρεσία. Ο Μπαρμπαρούσης, όπως μαρτυρούν συνάδελφοί του που δούλευαν ειδικά βράδια μαζί με τον Κορκονέα, παρότρυνε τις περιπόλους να απομακρύνονται από τις συρράξεις με τους αναρχικούς και να αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι να βγάζουν πιστόλια, πόσω μάλλον να τα χρησιμοποιούν. Ο Κορκονέας, ο φόβος και ο τρόμος του κοινού εγκλήματος και των αναρχικών στα γύρω στενά, έπαιρνε τις δύσκολες περιπολίες στα Εξάρχεια και στις σκοτεινές περιοχές στου Γκύζη.

Υπάκουος αλλά τραχύς, στα δύσκολα δεν μάσαγε πουθενά. Ενα βράδυ πριν από δύο χρόνια, τα πληρώματα της Αμέσου Δράσεως του βγάζουν το καπέλο για την απαράμιλλη γενναιότητά του. Σήμα από το κέντρο ειδοποιεί για ένοπλο άνθρωπο της νύχτας, ο οποίος δεν σταματάει σε έλεγχο των αστυνομικών και αναπτύσσει ιλιγγιώδη ταχύτητα για να ξεφύγει με το αυτοκίνητο που οδηγεί. Ο Κορκονέας κυνηγάει τον ημεδαπό μέσα στο κέντρο της Αθήνας, σε μια υπόθεση που γι’ αυτόν μοιάζει με παιχνίδι που σκοτώνει την πλήξη του. Τον μπλοκάρει με το περιπολικό, πριν φτάσουν τα πληρώματα του 100 και τον εγκλωβίζει Ιπποκράτους και Ακαδημίας γωνία.

Χιμάει, του περνάει χειροπέδες και βρίσκει πάνω του ένα όπλο Tokaref, με τη σφαίρα στη θαλάμη. Για την πράξη του ο Διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών του απονέμει ηθικό έπαινο με αριθμό πρωτοκόλλου 290/7/1-γ, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει στον ανακριτή ο δικηγόρος του Αλέξης Κούγιας, μαζί με τα επιδόματα που λαμβάνει η οικογένειά του από τον ΟΓΑ και μία άδεια κυκλοφορίας αγροτικού αυτοκινήτου που χρησιμοποιούσε ο Νώντας από την Καλαμάτα γα να βοηθάει τον γέρο πατέρα του στις γεωργικές εργασίες. Με τη διαφορά ότι αυτήν την άδεια ο Επαμεινώνδας Κορκονέας δεν θα την ξαναχρησιμοποιήσει τα υπόλοιπα δημιουργικά χρόνια της ζωής του.

Ο δράστης του αιματηρού επεισοδίου έχει τρία παιδιά που πηγαίνουν σχολείο. Η γυναίκα του, που κατάγεται από τη Στούπα Μεσσηνίας, έφυγε από το σπίτι που νοίκιαζαν στην περιοχή των Λιοσίων και έχει βρει καταφύγιο κοντά στους γονείς της, που το καλοκαίρι ασχολούνται με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια σε μια περιοχή που ζει από τον τουρισμό. «Ο μπαμπάς έφυγε για εκπαίδευση, θα μιλάτε μαζί από το τηλέφωνο, θα γυρίσει, μην ανησυχείτε» είπαν στα παιδιά του που παραξενεύτηκαν γιατί ο πατέρας τους δεν πήγε στο σπίτι το πρωί της προηγούμενης Κυριακής.

«Βαρέθηκα να τρώω πέτρες από τους αναρχικούς, σιχάθηκα να τρέχω στα στενά σαν κυνηγημένος» έλεγε το ίδιο πρωί σε συναδέλφους του που τον μετέφεραν στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση ο άνθρωπος που πυροβόλησε στο στήθος τον Αλέξη Γρηγορόπουλο και έβαλε φωτιά στα οδοφράγματα. «Κλείσανε δύο σπίτια και η Αστυνομία πήγε πενήντα χρόνια πίσω» σχολιάζουν συνάδελφοί του ειδικοί φρουροί, που ακόμη θυμούνται τη γενναιότητα του Κορκονέα που σε λίγα δευτερόλεπτα μεταμορφώθηκε στη χειρότερη κτηνωδία στον ημιφωτισμένο πεζόδρομο της οδού Τζαβέλα.



1 σχόλιο:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν με ενδιαφέρει τι λένε οι άλλοι για μένα.
Με απασχολεί περισσότερο τι σκέφτονται για μένα.

Παρακαλώ να υπογράφετε τα σχόλιά σας..