Όνειρα και Επαναστάσεις
Ειρήνη Τριανταφύλλου
http://sfyraki.blogspot.com/2008/10/blog-post_17.html

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Μια ιστορία για τη δευτέρα Απριλίου



Το πρωί της 1ης Απριλίου, ο λαός του Μεσολογγιού κατέφτασε πανηγυρικά στις πύλες της πόλης. Οι καπετάνιοι, κυρίως πειρατές, μαζεμένοι από όλα τα κονάκια του κάμπου, αφότου δώσανε τα χέρια και λιώσαν τα σπαθιά τους για να τα κάνουνε σταυρούς, περίμεναν από ώρα τον τελάλη του δερβέναγα.. Κρυμμένος πίσω από τον φοίνικα, ο μικρός Balik, αιχμάλωτος κάποτε απ' τα χρόνια του πολέμου και σήμερα βοηθός σαγματοποιού, χάζευε θαμπωμένος τα υψωμένα φλάμπουρα, πολύχρωμα και χρυσοκέντητα.

Ναι, ήταν αλήθεια: είχε ο καθένας τους ακόμα λίγην έχθρα φυλαγμένη μες στα στήθια, λίγο χτικιό ανακατεμένο στο μπαρούτι. Όμως τούτα σήμερα μπήκανε στην άκρη, και έτσι έπρεπε. Ο τελάλης έφτασε τελικά με αργοπορία, λαχανιασμένος και διψασμένος απ' το ταξίδι. Έβγαλε το φέσι του, το πολύ μεγάλο του φέσι (λάφυρο από την επανάσταση) και παρέδωσε το μήνυμα:


Τούτα, λοιπόν, ορμήνεψε ο Δερβέναγας στον κλήρο. Οι καπεταναίοι το διάβασαν και το ξαναδιάβασαν. Και μετά; Ο Balik χρειάστηκε να ανέβει στον φοίνικα για να δει τί γενόταν πίσω απ' το πλήθος.. Στην αρχή, οι καπεταναίοι χαρήκανε: "Να δεις τί θα του φκιάσουμε", φωνάζανε βροντερά. Και έτσι κι έγινε.. Πήρε ο καθείς χαρτί και καλαμάρι, τραβήχτηκε σε μια γωνίτσα στο χάνι απέναντι απ' την Πύλη (καμωμένο απ' τα χρόνια του Βαλή), έγραψε το μήνυμά του και το 'δεσε σε μια κάργια. Έπειτα, τα ανήγγειλαν στο λαό, ψιθύρισαν "you know.." στα πουλιά και τα 'στειλαν μέσα σε φωνές και χειροκροτήματα στο μπαλκόνι του Δερβέναγα.

Ο Δερβέναγας, μαθημένος χρόνια στην αυλή του Βεζύρη, κάπνιζε τον αργιλέ του στο μπαλκόνι, σιγοτραγουδώντας το κάτωθι άσμα..
Πίκρες και νταλκάδες εβάρεναν την ψυχή του, τέτοιοι που κανένα sultan kadayif δεν ήταν ικανό να τους πάρει μακριά. Σκεφτότανε τον σκλάβο του τον Köfte, στον οποίο είχε εμπιστευθεί το μήνυμα για τον άρχοντα στην πόλη, και πώς θα κάνει το μπαϊράμι τώρα που θα έλειπε. Ευτυχώς, εκείνη την ώρα φτερούγισαν οι κάργιες και τον γλίτωσαν από το μαρτύριο. Μάζεψε ένα-ένα τα μηνύματα, κάθισε στον καναπέ και τα διάβασε. Χάρηκε, αναγάλιασε η καρδιά του, μπαΐλντισε! Γέλασε δυνατά: "Τούτα τα ζαβά χαμπέρι δεν παίρνουν από ό,τι τους κάνω. Θαρρούν πως άμα φύγω ο πόλεμος τελείωσε. Αμ όχι.." Ο Δερβέναγας κάθισε πάλι στο ντιβάνι, έβαλε το τσιμπούκι στο στόμα και τράβηξε μια γερή ρουφηξιά. Είχε κάνει ακόμα μια φορά το θαύμα του: Οι πειρατές ήταν χαρούμενοι για τα μηνύματα που σκαρώσανε, ο λαός θα γέλασε με τα καμώματά του, και ο ίδιος ακούνητος στη θέση του, να κουμαντάρει to βιλαέρτι κατά τα δικά του, κατά τα θελήματα του Πασά, κατά τις προσταγές της Υψηλής Πύλης, και φυσικά, κατά τις υποδείξεις του μόνου αλλάχ που αναγνώριζε: του εαυτού του.


Όταν βράδιασε η πρωταπριλιά,
ο Balik γύρισε σπίτι. Μου διηγήθηκε τα πάντα και άλλα πολλά που άκουσε από τους 20.000 άστεγους που ζουν στους δρόμους της πόλης μας και των πόλεων όλης της Ελλάδας. Ένας αναλφάβητος (από τους 39.000 στη χώρα μας) του ψιθύρισε πως μάλλον οι πασάδες του τόπου ξέρανε καλά τη δουλειά τους. Ένας ναρκομανής (από τους περίπου 100.000) του θύμισε ότι είναι όμορφο ο κόσμος να χαίρεται, και ζήτησε συγνώμη που εξαιτίας του ψέμματος που σκουριάζει στις φλέβες του δεν μπορεί να γελάσει. Ύστερα, πήρε το σκαμπουδάκι του, έκατσε δίπλα μου και είπε: "Ά ρε γέρο, εγώ δεν πάω σχολείο για να ξέρω (100.000.000 παιδιά σε όλο τον κόσμο), αλλά κρίμα το χαρτί.."

Πηγές αντι-έμπνευσης:


1 σχόλιο:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν με ενδιαφέρει τι λένε οι άλλοι για μένα.
Με απασχολεί περισσότερο τι σκέφτονται για μένα.

Παρακαλώ να υπογράφετε τα σχόλιά σας..