Όνειρα και Επαναστάσεις
Ειρήνη Τριανταφύλλου
http://sfyraki.blogspot.com/2008/10/blog-post_17.html

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Καρφίλες, του Γ. Ματρακά #3 - Θου, Κύριε!




  • Άγιες οι ημέρες, αγιότερος των ημερών ο ιερομόναχος Εφραίμ.
  • Δεν κατανοώ την άρνησή του να μεταφερθεί στη νέα πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού.
  • Ποια η διαφορά, εξάλλου, από κελί σε κελί;
  • Ίσα ίσα που τώρα δεν θα κρατάει την αγιοσύνη για πάρτη του, αλλά θα εξομολογεί και κανέναν αμαρτωλό.
  • Αν περισσεύει χρόνος, θα παίζει και καμιά πρέφα με τον Χρυσόστομο (Ψωμιάδη) και τον "Αγαπούλα".
  • Χρυσόστομος ο ένας, Πατέρας ο άλλος. Κοίτα να δεις πράματα..
  • Είπαμε ΑΝ περισσεύει χρόνος, μιας και ο Βασίλης Κουτσού (το κοσμικό του Εφραίμ) δεν προλαβαίνει να ανοίγει ερωτικές επιστολές και δέματα με εσώρουχα.
  • "Μαζί σου και στην κόλαση, μωρό μου".

Θου, Κύριε..

  • Κουτσού, κατά το Νίκος Κουτσού. Αναφερόμαστε στον ετεροθαλή αδελφό του αδελφού του Ιησού, πρώην πρόεδρο του ακροδεξιού κόμματος "Νέοι Ορίζοντες" στην Κύπρο, με στενότατες σχέσεις στην δεξιά χείρα-χείρα της Παπαδημοκρατίας, Γεώργιο "Περιστέρη" Καρατζαφέρη.
  • Αυτός με τη μπέσα, ναι.

Βέβαια μη γινόμαστε σκληροί και άδικοι -ας γίνουν οι άλλοι.

  • Ήταν η δύσκολη απόσταση, ήταν το ζάχαρο. Που όλα αυτά, ως γνωστόν, σχετίζονται πολύ με τη φυσική αυτουργία σε φορολογική παρανομία. Τότε δεν τα είχε;
  • Δήλωσε αδυναμία μετακίνησης λόγω μέσης. Εμ τι, πέρα δώθε τα χρήματα στις υπεράκτιες. Και έχει κάτι ακτές η Κύπρος, χαρά Θεού!
  • Τα ονόματα των offshore είναι αποδεικτικά της πλήρους συνείδησης της παρανομίας και της ευκολίας με την οποία αντιμετωπίζονται τα νομικά και οικονομικά ζητήματα.
  • Η μία λέγεται Rassadel. Ή λίγο καλύτερα, Ράσα-del.
  • Η άλλη λέγεται Madeus. Ή λίγο καλύτερα, Madre-Deus.

"Απίστευτη και ανέλπιστη" χαρακτηρίζει (κατά λάθος) την σύλληψη του Ηγουμένου ο Μ. Α. κ΄Α.

  • Σπουδαία η ελληνική γλώσσα, το έχω ξαναπεί.
  • Δεν είναι τυχαίο που κάθε καλό τζάκι έχει και από έναν "παπά" στην καμινάδα.
  • Ούτε τυχαία είναι η ονομασία του παιχνιδιού.
  • "Εδώ παπάς, εκεί παπάς, που είναι τα λεφτά;"
  • Μ' αυτά και μ' αυτά, έγινε ο ΠαπαΔήμος δεύτερη είδηση..


"Έλαιον θέλω, και ου θυσία".
Και εμείς που θυσιαστήκαμε; Εμείς που δεν λαδώσαμε;
Ντίνος Χριστιανόπουλος


Καλή Πρωτοχρονιά σε όλους
Να τον υποδεχθείτε μετά βαΐων και κλάδων
μήπως και πάρετε φέτος το ρημάδι το εφάπαξ
Ευτυχισμένος ο νέος Έτος!


Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Των εμφανών, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου



Στα χρόνια που κάθε αριστερή οικογένεια είχε από έναν φυλακισμένο ή κυνηγημένο να λείπει απ’ το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, οι υπόλοιποι συνήθιζαν να κρατούν, γι’ αυτόν και για τους «αφανείς» εκείνου του καιρού, το δεύτερο κομμάτι της πρωτοχρονιάτικης πίτας. Μ’ αυτή τη μικρή πράξη αντίστασης, οι μεγαλύτεροι «διαπαιδαγωγούσαν» σιωπηρά τους μικρότερους, κι οι ίδιοι όμως ένιωθαν για μερικές στιγμές το σπίτι πιο ζεστό· έτσι που οι γιορτές μεγεθύνουν σαδιστικά κάθε έλλειψη, είναι ένα στοίχημα για τους ανθρώπους κάθε εποχής να επινοούν αντιπερισπασμούς – μικρές γιορτές μες στις γιορτές, που να κρατούν έστω για λίγο την ψύχρα σε απόσταση.

Τη συνήθεια αυτή θύμιζε σ’ ένα προ εξαετίας σημείωμα στην Αυγή ο Νίκος Μπελαβίλας, ζητώντας οι αριστεροί -αυτοί τουλάχιστον- να μην ξεχάσουν την ωραία παράδοση, τώρα που κυνηγημένοι («αφανείς»…) είναι οι μετανάστες. Είχε δίκιο ο Νίκος. Μόνο που αν έγραφε σήμερα το σημείωμα αυτό, έξι μόλις χρόνια μετά το hangover της ολυμπιακής Αθήνας, ίσως να διάλεγε έναν διαφορετικό τίτλο. Αυτοί που σήμερα διεκδικούν ένα κομμάτι στην πίτα μας -ακόμα κι αν φέτος στήσουν κι αυτοί ένα τραπέζι με τα βασικά, έτσι, «για το καλό»-, δεν είναι μόνο οι μετανάστες. Είναι κι οι εμφανέστατοι πια δικοί μας ξένοι.

Οι μέρες της ξιπασιάς για το «μεγαλύτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ευρώπης» δεν είναι πια εδώ. Τη θέση τους πήραν δρόμοι που, καθώς αδειάζουν, κρύβουνε όλο και δυσκολότερα αυτούς που δεν παρηγορούνται από την έλευση του θείου βρέφους ή την άλλοτε πειστική Θεολογία του Εμπορεύματος. Οι κυνικοί δεν μπορούν πια να μιλούν το ίδιο εύκολα για μιζεραμπιλισμό – εκτός βεβαίως αν ο κυνισμός τους αποδείχτηκε χρήσιμος και τελικά προσοδοφόρος. Αλλά κι εμείς δεν είναι για να χαιρόμαστε με τις διαψεύσεις τους. Η φετινή Πρωτοχρονιά θα βρει πολλούς απ’ τους δικούς μας ν’ αγωνιούν αν οι άνθρωποί τους θα κερδίσουν τη μάχη με τη ζωή, άλλοι θα κλείνουν βιαστικά το καλοριφέρ, θα αποφεύγουν εξόδους κι επισκέψεις έχοντας αποτύχει να βρουν δανεικά ή θα προσπαθούν να περισώσουν κάτι απ’ τα χρέη και τους λογαριασμούς, μήπως και περισσέψει τίποτα για ένα δώρο. Άλλοι πάλι θα περνούν βιαστικά απ’ τους εμπορικούς δρόμους του κέντρου, πότε για να προφυλαχτούν από τον ψυχαναγκασμό της γιρλάντας και του αγιοβασιλιάτικου σκούφου, πότε για ν’ αποφύγουν τη θλίψη του μικρέμπορα, που φέτος ανακαλύπτει πιο πικρά από ποτέ ότι δεν φταίγαν οι ξένοι μικροπωλητές που ο τζίρος πήγαινε κατά διαόλου. Όπως και να’ χει, τίποτα απ΄ όλα αυτά δεν είναι πια δυνατό να κρυφτεί από κανέναν.

***

Μεγάλωσα σ’ ένα μικροαστικό σπίτι για το οποίο οι γιορτές ήταν κατά παράδοση η ευκαιρία να τσακωθούν όλοι με όλους, εφ’ όλης της ύλης – από το αν θα φύγουμε και πότε για το χωριό, μέχρι τη θέση του καθένα στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Όμως, αν κάτι κράτησα από τις μέρες των γιορτών, δεν ήταν ούτε η ολιγόλεπτη συμφιλίωση την ώρα της αλλαγής του χρόνου, ούτε η καταναγκαστική κοινωνικότητα, που μέχρι πρότινος φούσκωνε με χρέη την πιστωτική κάρτα της μάνας μου. Αν κάτι κράτησα από τις μέρες αυτές είναι τα κάλαντα και το χαρτζιλίκι από τους θείους στην Καισαριανή, τα μελομακάρονα (όχι τους κουραμπιέδες!) και τη γέμιση, τη συνήθεια της μάνας μου να καλεί στο τραπέζι τους πιο μόνους από τους συγγενείς· τα ημερολόγια του Δικτύου από τον Αλέκο, τη μυρωδιά της βανίλιας στη βασιλόπιτα της γιαγιάς και τις πιο ζεστές στιγμές μετά την αλλαγή του χρόνου στο Χαλάνδρι. Αν κάτι κράτησα από τις μέρες αυτές είναι πως, ό, τι και να συμβαίνει, οι μέρες αυτές δεν είναι σαν τις άλλες. Το μαρτυρούν τα μεταναστόπουλα που λένε τα κάλαντα για να τα «κονομήσουν» -όπως κάναμε δηλαδή κι εμείς-, και όχι μόνο χάριν του εθίμου. Το μαρτυρούν τα παζάρια βιβλίων, η Αγγελική που επιμένει να βρούμε λίγη αισιοδοξία για τη χρονιά που έρχεται και, βεβαίως, το κουτί με τα μελομακάρονα που έμεινε πάνω στο γραφείο - αδειανό. Το μαρτυρούν οι ετοιμασίες για την Πρωτοχρονιά στη Χαλυβουργία, τα ημερολόγια του ΣΜΕΔ, του Δικτύου και του alterthess, οι ζεστές ευχές του Νικόλα και τα παραμύθια που ξανανακαλύπτουμε (αλίμονο αν αφήναμε στα δοκίμια να εκπαιδεύουν κατ΄ αποκλειστικότητα το αισθητήριό μας...).

Παρά τα φαινόμενα, η «συμμετοχή» στις μέρες αυτές έχει ελάχιστες προϋποθέσεις – ακόμα και οικονομικές. Όλο και κάτι θα υπάρχει στη βιβλιοθήκη για να χαριστεί, όλο και κάποιος θα δωρίζει ακόμα δίχως να απαιτεί αντίδωρο – κι όπως το θέτει το τραγούδι, υπάρχουν κάποιοι που για δώρο, και μάλιστα ακριβό, λογίζουν ένα και μόνο βήμα που οδηγεί πιο κοντά τους τους αγαπημένους τους.

Μπορεί λοιπόν ο Άη-Βασίλης να έχει χάσει πολλή από τη λάμψη του, μπορεί τα μεγάλα παιδιά να γνωρίζουν ότι οι γιορτές τελειώνουν γρήγορα ή να αποφεύγουν τις ευχές. Όμως, αυτές τις μέρες που εμφανείς και αφανείς μπερδεύονται επικίνδυνα, είναι σημαντικό οι γιορτές να μην είναι σαν τις άλλες μέρες. Είναι σημαντικό να σημαίνουν κάτι (ό,τι κάθε φορά διαλέγουμε εμείς), κι είναι σημαντικό να μυρίζουν αλλιώς – όπως, ας πούμε, μια βασιλόπιτα πού’ χει ένα γενναιόδωρο κομμάτι για όλους. Εδώ που τα λέμε, ημέρες αφθονίας δεν έχει πια κανείς να υποσχεθεί σε κανέναν: ούτε ο καπιταλισμός ούτε η αριστερά. Αυτό που εμείς τουλάχιστον μπορούμε να υποσχεθούμε είναι ότι ένα κομμάτι στην πίτα μας θα υπάρχει πάντα για όλους.


Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Μανούλα θα φύγω, του πιτσιρίκου



(αναδημοσίευση από τον pitsiriko)

Χιλιάδες είναι οι Έλληνες που αναζητούν δουλειά στο εξωτερικό –ή βρίσκονται ήδη εκεί-, για μια καλύτερη ζωή μακριά από την Ελλάδα. Αυτό είναι πάρα πολύ θετικό για την Ελλάδα, αφού όσο λιγότεροι Έλληνες υπάρχουν στην Ελλάδα τόσο το καλύτερο γι’ αυτήν.



Τα άρθρα των εφημερίδων γράφουν πως οι Έλληνες φεύγουν στο εξωτερικό αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν φεύγουν οι Έλληνες – τους διώχνει η Ελλάδα. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο.

Άλλο «φεύγω για να γνωρίσω τον κόσμο και να αποκτήσω εμπειρίες» κι άλλο «φεύγω γιατί δεν έχω ζωή εδώ και σε λίγο θα βρομάει το χνώτο μου από την πείνα και δεν θα ‘χω βρακί ν’ αλλάξω».

Το πρόβλημα είναι πως φεύγουν αυτοί που μπορούν να αλλάξουν τη χώρα και μένουν όλα τα λαμόγια που την ξέσκισαν αλλά αυτό είναι το μεγαλείο της Ελλάδας.

Άλλωστε, δεν πρέπει να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να μετανιώσουν όλοι αυτοί οι καριόληδες που έσκισαν τα ράμματα της Ελλάδας -και μετάφεραν τα κλεμμένα χρήματά τους στο εξωτερικό-, να τους φωτίσει η Παναγία, να βάλουν τα δυνατά τους και να έχουμε ξανά κάνα χρυσό αιώνα του Περικλέους.

Αυτοί που φεύγουν από την Ελλάδα είναι –στην πλειοψηφία τους- φτωχομπινέδες, γιατί, αν ο μπαμπάς σου ήταν κάνας βρομιάρης πασόκος ή νεοδημοκράτης, θα είχε καβατζώσει χρήματα για εκατό ζωές, οπότε δεν θα χρειαζόταν εσύ τώρα να τρέχεις να κάνεις το σερβιτόρο στην Αυστραλία.

Για πολλούς νέους Έλληνες, η φυγή στο εξωτερικό είναι μια ευκαιρία να μάθουν από κοντά τι πέρασαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους που μετανάστευσαν στο εξωτερικό και έκαναν το σκατό τους παξιμάδι. Έτσι, θα εκτιμήσουν περισσότερο τον παππού και τη γιαγιά που –όσο ζούσαν- τους είχαν γραμμένους στ’ αρχίδια τους.

Από την άλλη, ένας λαός που είχε κάνει σύνθημα –χωρίς λόγο και αιτία- το «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ» του αξίζει να μεταναστεύσει ολόκληρος στη Σιβηρία και να σπάει πέτρες μέχρι να πεθάνει.

Η προσαρμογή σε μια χώρα του εξωτερικού είναι πάντα δύσκολη για έναν Έλληνα αλλά και στην Ελλάδα είναι δύσκολη η προσαρμογή για έναν Έλληνα – πολλοί πεθαίνουν σε βαθιά γεράματα και δεν έχουν καταφέρει να προσαρμοστούν ακόμα. Είμαστε κάπως απροσάρμοστοι.

Οι συμπατριώτες που θα δουλέψουν στο εξωτερικό καλό είναι να ξέρουν πως δεν πρέπει να αρχίσουν να λένε στους ξένους τα «εγώ είμαι Έλληνας και, όταν εμείς φτιάχναμε Παρθενώνες, εσείς ήσασταν ακόμα στις σπηλιές», γιατί αυτά είναι μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Οπότε να βγάλουν τον σκασμό και να σκάβουν γιατί –διαφορετικά- μπορεί να τους απελάσουν.

Ένα πρόβλημα που είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν οι Έλληνες που θα δουλέψουν στο εξωτερικό είναι η γλώσσα. Βέβαια, και στην Ελλάδα δεν τα κατάφερναν πολύ καλά με τα ελληνικά, οπότε, τουλάχιστον τώρα, τους δίνεται η ευκαιρία να μάθουν μια γλώσσα σωστά.

Μέχρι να μάθετε τη γλώσσα, θα είστε σαν αυτούς τους μετανάστες που κοροϊδεύατε στην Ελλάδα επειδή μιλούσαν σπαστά ελληνικά. Τότε θα αντιληφθείτε πόσο ζώα ήσασταν.

Το κακό με τους Έλληνες που φεύγουν στο εξωτερικό είναι πως δεν θα μείνουν εκεί για πάντα αλλά θα γυρίσουν πίσω κάποια στιγμή και θα μας τα κάνουν τσουρέκια με το «τι καλά που τα κάνουν όλα αυτοί οι ξένοι», ενώ, παράλληλα, θα μιλάνε ελληνικά σαν τη Νάνα Μούσχουρη.

(Το σύνθημα στους τοίχους της Αθήνα γράφει «Οι παππούδες μας πρόσφυγες, οι γονείς μας μετανάστες, εμείς ρατσιστές;». Τώρα, και ρατσιστές, και μετανάστες. Γιατί είμαστε Έλληνες.)



Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Χωροταξικό υδατοκαλλιεργειών κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των επιχειρηματιών



(μερική αναδημοσίευση από την Αυγή της Κυριακής 18/12/2011)

Στο παρελθόν η χωροταξία βόλευε. Στον καιρό του Μνημονίου επιβάλλεται η χωροταξία για να μη χάσουν οι επιχειρηματίες κοινοτικά κονδύλια. Καλή ώρα το Χωροταξικό για τις υδατοκαλλιέργειες, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των επιχειρηματιών του κλάδου, εγκρίθηκε στις 4 Νοεμβρίου, την ημέρα που η κυβέρνηση Παπανδρέου ζητούσε ψήφο εμπιστοσύνης, με πρωτοβουλία του υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Φέρει δε τη υπογραφή επτά υπουργών (ΠΕΚΑ, Εσωτερικών, Ανάπτυξης, Αγροτικής Ανάπτυξης, Οικονομικών, Υποδομών, Πολιτισμού) συν την υπογραφή του αναπληρωτή υπουργού ΠΕΚΑ Ν. Σηφουνάκη.

Θα χάνονταν κοινοτικά κονδύλια, ομολογεί κυνικά το ΥΠΕΚΑ...

Η έγκριση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με το περιεχόμενο του Χωροταξικού συνοδεύτηκε και από το πραξικόπημα της κατάργησης του Αρμόδιου Οργάνου, του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξικού και Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, το οποίο, παρά τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία, ουδέποτε γνωμοδότησε. Αν και στο προοίμιο της ΚΥΑ γίνεται μνεία σε γνώμη του ΕΣΧΑ, με ημερομηνία την ημέρα δημοσίευσης σε ΦΕΚ του Χωροταξικού... Μόλις την Παρασκευή το ΥΠΕΚΑ, σε ανακοίνωσή του υπό μορφή ερωτοαπανήσεων, διαψεύσει εαυτόν. Λέει άλλα: "Το προϊόν αυτό (το ειδικό πλαίσιο για τις υδατοκαλλιέργειες, έτυχε υψηλής επεξεργασίας και συζητήθηκε σε 2 συνεδριάσεις του ΕΣΧΣΑΑ. Στην 3η συνεδρίαση της 2.11.11 και ενώ είχε διαμορφωθεί η εισήγηση του προέδρου, που είχε συμπεριλάβει όλες τις προηγούμενες θέσεις και παρεμβάσεις των μελών, δεν κατέστη δυνατή η διεξαγωγή της, οπότε απεστάλη στα μέλη ηλεκτρονικά για κατάθεση απόψεων εντός δύο ημερών... Άρα τηρήθηκαν οι διαδικασίες, αλλά λόγω των συγκυριών των συγκεκριμένων ημερών το τελικό στάδιο συμπιέστηκε χρονικά, και αυτό ήταν εφικτό καθ' ότι διέθετε υψηλό βαθμό ωριμότητας". Και παρακάτω κυνικά ομολογεί: "Να ληφθεί υπόψη ότι είμαστε υπόλογοι στην κοινότητα και ο χρόνος που έπρεπε να έχει θεσμοθετηθεί ο χωροταξικός σχεδιασμός είχε λήξει από τον Ιούνιο. Άρα η χώρα μας θα στερούνταν των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων που προβλέπονταν για τις υδατοκαλλιέργειες από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για την Αλιεία".

[...]

Παραλογισμός...

Αν και το Χωροταξικό επιτρέπει τη λειτουργία όλων των υφιστάμενων μονάδων ιχθυοτροφείων και τη δημιουργία νέων, ο πίνακας με τον αριθμό δύο που συνοδεύει την ΚΥΑ και παραθέτει τις Περιοχές Άτυπης Συγκέντρωσης Μονάδων (ΠΑΣΜ) βάσει των προτεινόμενων Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών, οι οποίες στηρίχθηκαν σε προγενέστερες μελέτες με χρηματοδότηση του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Αλιεία" και των περιφερειακών προγραμμάτων την περίοδο 2000-2006, εντοπίζει πλήθος περιοχών όπου δεν χωράνε νέες μονάδες ή δεν αντέχουν τη δραστηριότητα λόγω της ευαισθησίας του οικοσυστήματος.

Έτσι, για τη Λωρίδα Σαγιάδας και τον Όρμο Βάλτου στη Θεσπρωτία επισημαίνεται: "Η περιοχή έχει κορεστεί και δεν κρίνεται σκόπιμη η εγκατάσταση νέων μονάδων μέχρι να διευθετηθούν χωροταξικά οι υφιστάμενες".

Ή ίδια παρατήρηση διατυπώνεται και για τις περιοχές : Αταλάντης - Λάρυμνας, Μπούκα Σπερχειού και Αγία Τριάδα Μώλου (οστρακοκαλλιέργεια), Όρμου Βουρλιά και Νήσος Πλατειά της Αργολίδας, Νήσος Οβριός, Κόρφου και Όρμου Σελόντα στην Κορινθία, Πόρος της Περιφέρειας Αττικής.


Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Ποδόσφαιρο και πολιτική: μία φλογερή ανακοίνωση (με πολύ νόημα)



Τα τελευταία χρόνια, η ΕΠΟ σε πλήρη ευθυγράμμιση με τις επιταγές της Superleague και των ξένων ιμπεριαλιστικών κέντρων (UEFA-FIFA), έχουν εξαπολύσει μία ολομέτωπη επίθεση στον κόσμο του ποδοσφαίρου, με αποτέλεσμα το αθλητικό ιδεώδες να θυσιάζεται στον βωμό της κερδοφορίας.

Μέσα σε αυτή την έκρυθμη ποδοσφαιρική πραγματικότητα, και προτού ακόμα στεγνώσει το μελάνι στον εγχώριο αθλητικό τύπο για τα στημένα παιχνίδια και τις οικονομικές δυσπραγίες των ΠΑΕ, δε λείπουν τα συνθήματα αντίδρασης και ανυπακοής στα γήπεδα των μεγάλων κατηγοριών.

Με πρόταγμα την αλληλεγγύη και την οργάνωση στις κερκίδες και στους χώρους δουλειάς (συνδέσμους), διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα όπου το χρώμα, η φανέλα και η ενδεκάδα δεν έχουν καμία σημασία. Αποκορύφωμα της πάλης της ποδοσφαιρικής τάξης αποτελεί η μεγαλειώδης νίκη του λαïκού μΠΑΟΚ ενάντια στην αγγλοσαξονική κεφαλαιοκρατία, όπως αυτή εκφράζεται σε ομάδες όπως η Τότεναμ. Αυτή ακριβώς η νίκη γέννησε ελπίδα στις ομάδες της εξωδιοργανωσιακής εργατιάς, καταργώντας τον διομαδισμό στην πράξη και βάζοντας ισχυρές βάσεις για μελλοντικές διεκδικήσεις και κατακτήσεις κυπέλλων.

Και ναι, είναι από το γήπεδο του Παναιτωλικού..

Μέσα στις νέες ποδοσφαιρικές συνθήκες που διαμορφώνονται, βγαίνει offside ο τσικοκεντρισμός δυνάμεων της εξωδιοργανωσιακής Αριστεράς αλλά και των δυνάμεων εκείνων που οδηγούν σε αναποτελεσματικές προπονήσεις-περιπάτους στο κέντρο της Αθήνας.

Η απόφαση της Συνάντησης κορυφής για τους 16 ισχυρούς της Ευρώπης, αλλά και το κούρεμα του γκαζόν των ελληνικών γηπέδων, διαμόρφωσαν τις συνθήκες που ώθησαν την εγχώρια αστική τάξη (Ολυμπιακός) σε μια ευρεία νίκη έναντι στην αυστηρά πειθαρχημένη στο νεοφιλελεύθερο δόγμα Άρσεναλ. Παρόλα αυτά, η στοχευμένη ήττα της γερμανικής Dortmund από την κατώτερη των περιστάσεων Marseille αποδεικνύει την εμπλοκή του ευρωιμπεριαλιστικού άξονα στα εσωτερικά της χώρας.

Θα πρέπει να ξέρουν ότι τα εκβιαστικά διλλήματα τύπου «εντός ή εκτός Champions League» δε μας τρομοκρατούν. Αντιθέτως, μας εξοργίζουν. Ο δικός μας αγώνας ξέρουμε ότι θα κριθεί στις καθυστερήσεις..

Όχι στην Ευρώπη των δύο ταχυτήτων
(Champions League – UEFA)
Ναι στην Ευρώπη των φιλικών

Λευτεριά στο σύντροφο αντάρτη Χρυσόστομο Ψωμιάδη

Μανόλης Αναγνωστάκης από το ΥΓ
«Το ματς της ζωής του είχε τελειώσει, τώρα έπαιζε την παράταση.
Δύο κατηγορίες πάντα: οι δρώντες και οι θεατές.
Τα άδεια γήπεδα, όταν τα βράδια της Κυριακής
μετά το ματς,
γέμιζαν οι ταβέρνες γύρω από το γήπεδο,
και εσύ έτρεχες στο σπίτι να διαβάσεις.»


Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Για ένα κόσμο χωρίς ραδιόφωνα



Στο Θωμά Γκόρπα
κι έχουμε δρόμο ακόμα



Θυμάμαι όταν, στα φοιτητικά, μετακόμισα στη μοναξιά, το ραδιόφωνο δούλευε σκληρότερα από το ημερολόγια του ταξιδιού. Γιατί αν το ένα σχολάει μετά το πρώτο βλέμμα, το ραδιόφωνο είναι σύζυγος πιστός: μαζί ξυπνάει και κοιμάται, σου κάνει συντροφιά, σου φτιάχνει το κέφι, σου μαντάρει την ψυχή, ανοίγει την πόρτα σε ξένους βιαστικούς αλλά τακτικούς επισκέπτας της κουζίνας σου που πασχίζεις να γεμίσεις κατσαρολικά και αναβολή.

Σε μια από τις τελευταίες του μετακομίσεις στα αυτοσχέδια κομοδίνα-καρέκλες, πάσχιζα με κάθε κόλπο να κρατήσω το σήμα σταθερό, αλλά αυτό όλο έπαιζε τα δικά του. Κάποια βράδια, σαν τώρα, το άφηνα να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο κανάλια. Προκαλούσα, έτσι, τη συνομιλία μεταξύ αγνώστων, μεταξύ ετερόκλητων και παρωδιογράφων. Ας είναι, φορσέ, όπως η πραγματικότητα.

Εκεί πάνω στην ανισορροπία ηρεμούσα, μιας και δεν ήμουν υποχρεωμένος να παρακολουθώ κανέναν πέρα από τον εαυτό μου. Και έτσι, μακριά από όλα, να μπορώ να στοχάζομαι ότι το να μην χρειάζονται ραδιόφωνα πάει να πει ότι ακούμε όλοι μουσική, ότι το να είμαι ελεύθερος να σωπάσω το έξω πηγάζει από το να είμαστε εμείς ελεύθεροι και δυνατοί, τόσο που κάθε στίχος να μην φοβάται να μιλήσει με τον διπλανό του, ακόμα και έτσι, φορσέ, μιας και αν δεν ήτανε φορσέ, τι να τα κάνεις αυτά τα μαραφέτια;


Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

ΕΔ3 ∫ Fingers Crossed - Hopscotch



Οι Fingers Crossed είναι μία ελληνικής καταγωγής μπάντα, με στοιχεία από την indie και την ηλεκτρονική μουσική. Σχηματίστηκαν περί το 2002, και δύο χρόνια αργότερα κυκλοφορούν μέσω της Ride n' Crush records το "μικρού μήκους" EP άλμπουμ "Enough for today" μαζί με τους Intwo Scars. Το EP κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό 1000 και σήμερα έχει εξαντληθεί.

Το 2006 συμμετέχουν με δύο τραγούδια τους ("Electrocult" και "Maybe") στο soundtrack της ταινίας Eduart (2006, Αγγελική Αντωνίου), ταινία που αποτέλεσε την επίσημη συμμετοχή της Ελλάδας για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας του 2008. Η ταινία κερδίζει 9 βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, συμπεριλαμβανομένου και αυτό της Καλύτερης Μουσικής. Το soundtrack της ταινίας κυκλοφορεί μέσω της EMI και οι Fingers Crossed γνωρίζουν μία πρώτης τάξεως αναγνώριση στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Οι μέρες, όμως, προχωρούν και οι Fingers Crossed αποφασίζουν ότι είναι καιρός να κυκλοφορήσουν για πρώτη φορά ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ. Έχουμε φτάσει στο 2008 (κάπου εκεί τους ανακαλύπτει και ο γράφων) και λίγο πριν μπει για τα καλά το φθινόπωρο, το συγκρότημα ανακοινώνει πως ο δίσκος τους Hopscotch (το κρυφτό, στα αγγλικά) διατίθεται άνευ αντιτίμου από την ιστοσελίδα τους. Μαζί με τα mp3 αρχεία βρίσκονται οι στίχοι των τραγουδιών, ένα γράμμα.. αυτοκτονίας (!, όπως ορίζεται από το συγκρότημα) για την διαδικασία παραγωγής του δίσκου, καθώς και το απαραίτητο artwork που θα συνόδευε τον δίσκο στη (υποθετική) φυσική του μορφή.

Τι είναι, λοιπόν, το Hopscoth; Είναι μάλλον "ένας δίσκος pop-mainstream που παρακάμπτει τις δισκογραφικές εταιρίες, οι οποίες στην παρούσα φάση είναι πιο πελαγωμένες και από έφηβο, γιατί δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν και μία μπάντα που πιστεύει στην αλλαγή μέσου. Και με την αλλαγή μέσου δεν εννοούμε την μετάβαση από το cd στο mp3, όπως από το βινύλιο στο cd, αλλά μία ολόκληρη αλλαγή περιβάλλοντος". Είναι ξεκάθαρο: οι FC πιστεύουν βαθιά πως ένα έργο τέχνης, συλλογικό στον ορισμό του, δεν μπορεί να γίνει έξω και μακριά από τους ανθρώπους εκείνους με τους οποίους μοιράζονται κοινά βιώματα και αναφορές. Επομένως, η απόφασή να στήσουν μόνοι τους το άλμπουμ από την αρχή μέχρι το τέλος, δεν έγινε για λόγους οικονομίας (υπήρχαν, εξάλλου, προτάσεις από δύο μεγάλες δισκογραφικές), αλλά καθαρά από επιλογή. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ώρες δοκιμών και ακροάσεων σε ένα αυτοκίνητο κάπου στο Πολύδροσο Χαλανδρίου..

Για όσους από εσάς φτάνει μόνο η μουσική, τα συγχαρητήριά μου. Είστε μόλις λίγα κλικ μακριά από έναν δίσκο που έχει την δύναμη να σας δώσει πολλά πράγματα, να δείξει χαρακτήρα και να σας κάνει, εν τέλει, να γουστάρετε που μπορείτε να ακούτε τέτοια μουσική. Όσοι, πάλι, από εσάς ενδιαφέρεστε για το κομμάτι της άνευ αντιτίμου διανομής έργων τέχνης, αξίζει να ρίξετε μια ματιά στις συνοδευτικό σημείωμα. Και αυτό γιατί (με κάποια επιφύλαξη λόγω άγνοιας) οι Fingers Crossed μάλλον αποτέλεσαν πρωτοπορία για τα ελληνικά δεδομένα σε αυτόν τον τομέα.

Από μεριάς μου, είναι ένα δώρο για τις γιορτές... για ό,τι τέλος πάντων έχει να γιορτάσει ο καθένας. :) Μουσική εγχώριας παραγωγής, από ένα είδος που συνηθίζω να αποκαλώ σύγχρονη αθηναϊκή σκηνή. Προχωρήστε, λοιπόν, χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος, και κατεβάστε ολόκληρο το άλμπουμ δωρεάν από την ιστοσελίδα του συγκροτήματος ακολουθώντας τον παρακάτω σύνδεσμο. Ακούγεται καλύτερα από τα μέσα Νοεμβρίου μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου, και σίγουρα λίγο μετά την δύση του ηλίου.



Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Ποιο ΠΑΣΟΚ είναι εδώ; του Γιάννη Μηλιού



pasok_diogenis.jpgΑπό την ίδρυσή του το ΠΑΣΟΚ άλλαζε συνεχώς. Ακόμα δραματικότερη υπήρξε η μετάλλαξή του από τις εκλογές του 2009 μέχρι σήμερα.

Μπορεί μια μεγάλη μερίδα των ηγετικών στελεχών του παρελθόντος να παραμένει στην ηγεσία του, μπορεί οι ιδρυτικές Διακηρύξεις να είναι ακόμα τυπικά «σε ισχύ», όμως, όπως όλα τα πολιτικά κόμματα, το ΠΑΣΟΚ δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η πολιτική που ασκεί, οι σχέσεις αντιπροσώπευσης που διαμεσολαβεί με συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και στρώματα και τα κοινωνικά συμφέροντα που προωθεί στην κοινωνία και το κράτος. Σε τελευταία ανάλυση δηλαδή, το ΠΑΣΟΚ, όπως και κάθε κόμμα, δεν είναι αυτό που ήταν ή αυτό που διακηρύσσει ότι είναι, αλλά η «θέση» που παίρνει ως πολιτικός μηχανισμός μέσα στους κοινωνικούς ανταγωνισμούς, ή η σχέση του με τα διιστάμενα κοινωνικά συμφέροντα. Και η «θέση» αυτή έχει αλλάξει δραματικά.

Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι αν το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ, αλλά ποιο ΠΑΣΟΚ είναι εδώ.

Το ΠΑΣΟΚ του «κοινωνικού συμβολαίου» της δεκαετίας του 1974-84, που επιδίωκε να συνδυάσει τα μακροπρόθεσμα στρατηγικά συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού με τη διασφάλιση κάποιων λαϊκών κοινωνικών δικαιωμάτων δεν είναι πια εδώ. Αλλά ούτε και το κατοπινό ΠΑΣΟΚ, των διαδοχικών συμβιβασμών με τις νεοφιλελεύθερες στρατηγικές «αποκρατικοποιήσεων», «απελευθερώσεων» (των αγορών) και «εκσυγχρονισμών» (της καπιταλιστικής εξουσίας) είναι πλέον εδώ.

Το ΠΑΣΟΚ που είναι εδώ είναι η πιο επιθετική και κοινωνικά ανάλγητη νεοφιλελεύθερη στρατηγική που διαμορφώθηκε σε αυτή τη χώρα από τη Μεταπολίτευση και μετά: Είναι η στρατηγική αντιδραστικής αναδιάρθρωσης της κοινωνίας και ριζικής αναδιανομής εισοδήματος, που στερεί από τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους κατακτήσεις και δικαιώματα δεκαετιών. Τηρουμένων των αναλογιών, είναι το αντίστοιχο του «Tea Party» των ΗΠΑ, της πλέον συντηρητικής πτέρυγας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, με μία μόνο διαφορά: Το «Tea Party» λέει πάντα τα πράγματα με το όνομά τους, ενώ το ΠΑΣΟΚ ασκεί μια γκεμπελικού τύπου προπαγάνδα που κάνει «τη νύχτα μέρα». Όταν το «Tea Party» σχεδιάζει να ρίξει όλα τα βάρη στους μισθωτούς και συνταξιούχους για να προστατέψει το κεφάλαιο και τον συσσωρευμένο πλούτο δηλώνει ευθαρσώς ότι «είναι επιζήμιο για την εθνική οικονομία και κατ’ επέκταση αδιανόητο να φορολογούνται οι άνθρωποι που προσφέρουν δουλειά σε άλλους ανθρώπους». Αντίθετα το ΠΑΣΟΚ όταν πράττει το ίδιο, όταν μειώνει τους φορολογικούς συντελεστές για το κεφάλαιο, όταν «τιμωρεί» τους τίμιους μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες με τις «περαιώσεις» που επιβραβεύουν τη φοροδιαφυγή, όταν επιβάλλει χαράτσια στους μικροϊδιοκτήτες και τους πένητες, όταν εκτινάσσει τους έμμεσους φόρους και διατηρεί τους άμεσους φόρους δέκα ποσοστιαίες μονάδες επί του ΑΕΠ κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δηλώνει ότι «επιτέλους» έφτασε η στιγμή της «κοινωνικής δικαιοσύνης»!

Ας θυμηθούμε δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα της «φιλοσοφίας» που διέπει την κοινωνική και οικονομική πολιτική του ΠΑΣΟΚ, όπως αποτυπώνονται στον Προϋπολογισμό του 2011: Περικοπή κατά 20% στον προϋπολογισμό του υπουργείου Παιδείας, ήτοι 1,25 δις ευρώ, υπερβαίνοντας κατά 600 εκατ. τις περικοπές που προέβλεπε το Μνημόνιο. Περικοπή κατά 1,4 δις ευρώ στον προϋπολογισμό του υπουργείου Υγείας. Την ίδια στιγμή διπλασιασμός των «απόρρητων δαπανών» του Υπ. Εσωτερικών.

Η τόσο απροκάλυπτη ταξική μονομέρεια της κυβερνητικής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ είχε εκπλήξει ακόμα και τους διεθνείς εκφραστές του νεοφιλελευθερισμού. Στους Financial Times 06/10/10 διαβάζουμε αναφορικά με τη φορολογική ασυλία του κεφαλαίου στην Ελλάδα: «Το κράτος χρειάζεται απεγνωσμένα να επιταχύνει τον ρυθμό της είσπραξης φόρων. Αυτή είναι η αχίλλειος πτέρνα επί χρόνια, που αποκαλύφθηκε άγρια (και στην πραγματικότητα συνέβαλε) στην κρίση. […] Αν θέλει να καταφέρει η Ελλάδα κάποτε να πληρώσει τα χρέη της –που προβλέπεται να φτάσουν στο 140% του ΑΕΠ του χρόνου– ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να αρχίσει να πληρώνει τους φόρους του».

Το ότι το «πραγματικό Πρόγραμμα» του ΠΑΣΟΚ μοιάζει τόσο πολύ με εκείνο της Ακροδεξιάς και της Δεξιάς, δηλαδή με τα κόμματα της (συν)«κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας» δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη, αλλά τη φυσική κατάληξη της εκφυλιστικής μετάλλαξης του ΠΑΣΟΚ.


Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Οι αδιάφοροι, του Αντόνιο Γκράμσι




«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.»

Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα.

Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει.

Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία, λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν.

Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους.


Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Μπουμπούκι ή ανθός; (απαντώντας στην Αιχμή)



Και απεφάνθη η κοινωνία του Μεσολογγίου: Υβριστής η φοιτήτρια, παλιοαναρχικιά (να δείτε που είναι και κομμουνίστρια!), με προκλητική εμφάνιση (κυκλοφορούσε μήπως γυμνή;), ειδάλλως θα την είχαν εντοπίσει τα γατόνια της Δημοτικής Αστυνομίας, επικίνδυνη και ρυπαίνουσα.

Για μία ακόμη φορά στεκόμαστε στο περιτύλιγμα και χάνουμε την ουσία. Δεν κατάλαβα, δηλαδή. Τι ήθελε να πει η φοιτήτρια (ακούγεται ήδη σαν την "35χρονη" Τσέκου); Ότι μεγάλη μερίδα του λαού παρακολουθεί αγέρωχη τις εξελίξεις και δεν διανοείται να εμπλακεί σε αυτές. Ψέμματα λέει; Μας αποκαλεί τρέντηδες και καφεδόβιους. Άδικο έχει όταν το 40% του πληθυσμού δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο τον χρόνο; Με μια γύρα στην πόλη, εγώ βλέπω όλα τα καφέ και τα μπαρ ανοιχτά, και από κει και πέρα, η Βάλβειος είναι άδεια, το Τρικούπειο είναι άδειο, τα ωδεία είναι άδεια..

Και για να διακρίνω το γεγονός από την εμπάθεια, ας δούμε μία άλλης μορφής εικαστική παρέμβαση, εξίσου αυθόρμητη, ελεύθερη και σημαίνουσα. Μιλάω για τα γκράφιτι που άλλαξαν την εικόνα των κάδων της πόλης. Εγώ, κύριε, είχα συναισθηματικούς δεσμούς με τον ωραιότατο κάδο μου (χρώματος πράσινου του ΜΑΤατζή, σαν αυτόν που ψέκασε τον Γλέζο), ή τον άλλον τον μπλε, στο χρώμα του ΛΑΟΣ, και έρχεσαι εσύ και μου παρεμβαίνεις; Με ποιο δικαίωμα, αλητόβιε δαίμονα; Να το δείτε, Αγρινιώτης θα ήταν (=Ήταν). Θα ήθελα να καταθέσω αυτή τη στιγμή εγγράφως μήνυση κατά παντός υπευθύνου, και καλώ όλη την πόλη για μάρτυρες!

Εις ένδειξη συμπαράστασης, λοιπόν, προσφέρω εγώ τον δικό μου τον τοίχο εδώ. Ας τελειώνουμε πια, κύριοι, με τους "τρομοκράτες", ας κάνουμε τα όνειρά τους πραγματικότητα. Κάποιοι μας γαμάνε τη ζωή και εμείς είμαστε έτοιμοι να κράξουμε, να της κάνουμε τη μούρη άχρηστη", εν τέλει να φυλακίσουμε για 2-3 χρόνια έναν νεολαίο, παρά να τον ακούσουμε. Ηλίθοι.

Τα φιλιά μου στην καλή κοινωνία.



Όχι άλλες δημοσκοπήσεις, του Κώστα Γαβρόγλου



(από την Αυγή της Κυριακής, 27 Νοεμβρίου 2011)

Το θέμα που δεν συζητήθηκε καθόλου μετά τις εκλογές είναι οι δημοσκοπήσεις: όχι για τους λόγους που έπεσαν έξω το βράδυ των εκλογών, αλλά για την απίστευτη μεγάλη ζημιά που (μας) έχουν κάνει συνολικά. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω.

Το βασικό πολιτισμικό στοιχείο που έχουν εισαγάγει οι δημοσκοπήσεις είναι η παραπέρα εδραίωση της κυριαρχίας των αριθμών και η διαμόρφωση μιας κουλτούρας που βασίζεται στην παραδοχή ότι αν κάτι δεν είναι εκφρασμένο με αριθμούς, δεν είναι ούτε έγκυρο ούτε αξιόπιστο. Ο απώτερος στόχος φαίνεται να είναι η καθιέρωση μιας πρακτικής όπου η κατανόηση των κοινωνικών προβλημάτων θα γίνεται μονάχα μέσα από την ποσοτικοποίησή τους - αφού όταν μιλάμε για δημοσκοπήσεις δεν εννοούμε μονάχα όσες «μετράνε» τις προθέσεις των ψηφοφόρων στις εκλογές. Ελάχιστες δραστηριότητες της καθημερινότητάς μας έχουν γλιτώσει, για την ώρα, από την ποσοτικοποίηση, από τη βίαιη μετάφρασή τους σε αριθμούς. Είναι βίαιη η μετάφραση γιατί η ποσοτικοποίηση εξ ορισμού αγνοεί πολλές παραμέτρους, αφού μέσα από τους αριθμούς δίνεται η εντύπωση ότι αυτό που ποσοτικοποιείται είναι αντικειμενικό, είναι ουδέτερο.

Το θέμα προς συζήτηση, λοιπόν, δεν είναι αν κάνουν λάθη οι δημοσκοπήσεις. Προφανώς και κάνουν και αυτό δεν θα το αμφισβητούν ούτε όσοι τις διενεργούν ούτε και όσοι είναι φανατικοί των δημοσκοπήσεων. Ούτε αμφισβητείται το γεγονός ότι ανάλογα με τον τρόπο που τίθενται οι ερωτήσεις παίρνει κανείς απαντήσεις που «συμφέρουν». Ούτε και συζητάμε αν τα δείγματα είναι αντιπροσωπευτικά ή όχι, ούτε και τα είδη τεχνικών δυσκολιών που υπάρχουν στο εγχείρημα των δημοσκοπήσεων. Αυτό που συζητάμε είναι άλλο: είναι οι βαθιές αλλαγές που συντελούνται στον τρόπο που σκεφτόμαστε και συζητάμε για την πολιτική και την κοινωνία όταν καθιερώνεται μια σχεδόν απόλυτη ηγεμονία της κουλτούρας των δημοσκοπήσεων. Τι σημαίνει μια τέτοια ηγεμονία και γιατί μας κάνει τόσο κακό;

Πρώτον και, ενδεχομένως, σημαντικότερο: Η ηγεμονία της δημοσκοπικής κουλτούρας μάς αναγκάζει να (επανα)διατυπώνουμε τα ερωτήματά μας με τρόπο που να επιδέχονται μόνο ποσοτικές απαντήσεις.

Δεύτερον, εδραιώνεται η αντίληψη ότι οτιδήποτε εκφράζεται με αριθμούς είναι αντικειμενικό και αληθινό ή, το ακόμη χειρότερα, ο,τιδήποτε είναι αντικειμενικό και αληθινό πρέπει να μπορεί να εκφράζεται με αριθμούς.

Τρίτον, ο κατακλυσμός των δημοσκοπήσεων μάς οδηγεί να υιοθετούμε την εικόνα που προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις ως πραγματικότητα και, θεωρώντας την ως αντικειμενική, να έχουμε πια «αυτήν» την πραγματικότητα ως σημείο αναφοράς.

Τέταρτον, η συνάφεια ενός τέτοιου εγχειρήματος, όπως οι δημοσκοπήσεις, με τα χαρακτηριστικά της γενικότερης κουλτούρας μας υπονομεύει την κριτική θεώρηση του ίδιου του εγχειρήματος. Το εγχείρημα της ποσοτικοποίησης των πάντων θεωρείται άκρως φυσιολογικό, μοντέρνο και οι όποιες κριτικές περιορίζονται σε θέματα τεχνικά.

Πέμπτον, οι δημοσκοπήσεις, που χορτάσαμε αυτή την εποχή, έρχονται να συμπληρώσουν άλλες διεργασίες στην κοινωνία μας. Την ανάδειξη των λογής δεικτών σε βασικό στοιχείο αποτίμησης του όποιου προβλήματος, αλλά και της επερχόμενη λύσης του: οι οικονομικοί δείκτες είναι εκείνοι που προειδοποιούν για την κρίση, οι δείκτες μάς πείθουν ότι βγήκαμε από την κρίση. Το ίδιο και σε θέματα υγείας: το σώμα θεωρείται ως ένα σύνολο αριθμών-δεικτών, η υγεία είναι αποκλειστικά πια η ρύθμισή τους σε «φυσιολογικά» επίπεδα.

Η βαθμιαία επικράτηση αυτής της αντίληψης εδώ και πολλές δεκαετίες κατάφερε να δημιουργήσει ένα γιγαντιαίο εγχείρημα για να επιβληθεί αυτό που προβάλλεται ως «λογικό», αυτό που προβάλλεται ως «φυσιολογικό», αυτό «που θέλει ο κόσμος», μέσα από αριθμούς. Με μεθόδους που δήθεν επιβάλλουν την αμεροληψία στα άτομα που τις εφαρμόζουν, με αποτελέσματα που είναι δήθεν αντικειμενικά και καταγράφουν την πραγματικότητα. Ένα άψογο εργαλείο, δηλαδή, που προβάλλεται ως ουδέτερο, ενώ επί της ουσίας «κουβαλάει» ένα αξιακό πλέγμα διαμετρικά αντίθετο από αυτό που θα θέλαμε ως αριστεροί. Η καθιέρωση, λοιπόν, της κουλτούρας των δημοσκοπήσεων, η κουλτούρα της αριθμολαγνείας, μας απομακρύνει, τελικά, από την πραγματικότητα που ζούμε και το είδος των προβλημάτων που θα έπρεπε να συζητάμε. Το πρόβλημα αν οι επιχειρούμενες κάθε μέρα και με τόση μεγάλη συχνότητα ποσοτικοποιήσεις αντανακλούν μια ουδέτερη και αντικειμενική πραγματικότητα, δεν είναι, τελικά, ένα φιλοσοφικό ή θεωρητικό πρόβλημα. Είναι ένα βαθύτατα πολιτικό πρόβλημα, με σοβαρότατες ιδεολογικές διαστάσεις.